1. ΚΥΡΙΑΚΉ (ΠΆΣΧΑ), 26
Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορ-
φή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμέ-
να, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.
Σου ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την
ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη
θέση στον τάφο που σου ανήκει.
ΕΛΥΤΗΣ
2. ΚΥΡΙΑΚΉ (ΠΆΣΧΑ), 26 β
Ασμάτιον
Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου ‘δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδιά
Μεθαύριο θα ‘ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ‘ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου καρδία.
EΛΥΤΗΣ, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου
…Όταν ήμουν παιδί περίμενα το Πάσχα για να διακόψω απ’ το σχολείο. Έβαζα τα καλά μου. Αργότερα, για να διακόψω απ’ τη δουλειά. Τώρα το περιμένω για να διακόψω απ’ τη θρησκεία. Να διακόψω από το δόγμα, τον ορισμό, την a priori παραδοχή. Οι αλήθειες ζουν λίγο. Κυρίως, σε παιδικά σώματα. Σ’ αυτά μπορούν και αναπτύσσουν τις λογικές τους. Μεγαλώνοντας, χρειάζεσαι περισσότερο την προστασία που σου παρέχουν οι θεσμοί και λιγότερο την προστασία που σου προσφέρει η πίστη. Συχνάζεις στην κοινωνία, όχι στους ουρανούς. Πίστευε και μη ερεύνα. Αυτό είναι ένθεο; Ιερό;
Ο Θεός είναι παντού. Και στον ουρανό. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Έχει ασημί γένια και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γραντζουνιές που μοιάζουνε με αστέρια. Βάζω ένα στην τσέπη μου, υπάρχουν πολλά. Να προσέχεις, μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.
Βρέχει, αλλά εγώ δεν βρέχομαι. Είναι κι αυτό ένα θαύμα. Απ’ τα ακαταχώριστα. Τα ιδιωτικά.
Σταύρος Σταυρόπουλος, Ανθρώπων Πάσχα, απόσπασμα
4. "Εαρινή Συμφωνία"
«Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών« εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.
Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο
στα σκονισμένα πόδια σου;».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
5.Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
“Εξοχική Λαμπρή”, “Παιδική Πασχαλιά”, “Χωρίς στεφάνι”…
μ’ αυτά μεγαλώσαμε. Ειδικά την Λαμπροβδομάδα. Αναστάσιμος, κατ’ εξοχήν. Φύση και Ποίηση, ανθρωπιά και ελπίδα, Προσευχή κι αρμονία στις σελίδες του.
Αλήθεια, ποιος δεν θυμάται εκείνον τον τρισχαριτωμένο παιδικό καυγά. Για μια λαμπάδα. Ξανά επίκαιρο, ναι;
“…Μια παιδίσκη και εις παις πενταετής ήρχισαν να φιλονικώσι περί του τίνος η λαμπάδα ήτο ευμορφωτέρα.
– Όχι, η δική μου η λαμπάδα είναι καλύτερη.
– Όχι, η δική μου.
– Εμένα ο πατέρας μ’ την εδιάλεξε και είναι πιο καλή.
– Εμένα η μάνα μ’ την εστόλισε μοναχή της.
– Και ξέρει να κάνη λαμπάδες η μάνα σ’;
– Τέτοια παλιολαμπάδα!
– Ναι, παλιολαμπάδα; …να!…
– Να κι εσύ!
– Να κι άλλη μια!
Και ήρχισαν να τύπτουν αλύπητα τας κεφαλάς αλλήλων με τας λαμπάδας των, εωσού έβαλαν τα κλάματα και οι δύο”. (Παιδική Πασχαλιά).











